Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Oυ Κουλούσιους ου Τζιουμπάνους.

    Σ' ένα ορεινό χουριό στου Γριβινό που είχαν γίδια ένας από τους τζιουμπάνους του χουριού ήταν ου Κουλούσιους. Λιβέντς κι Γλιντζιές, μα πλιότιρου απ' όλα Πουλυφαγάς. Έκαμι τ' σύμβασ' μι τς χουριανούς. Τα γίδια θα τα πάϊνι κάθι νοικουκύρτς τ' χαραή στς 7,30 απάν στ' ράχ'η κι θα τάπιρνι πίσου πάλι απ' ικεί κατά του ηλιουβασίλιμα·αν κι τα πλιότιρα ήξιρναν τ'στράτα γιά του σπίτ' κι πάϊναν μαναχά τα. Γιά κάθι σφαχτό που βουσκούσει η οικουγένεια θα πλέρουνι κάποιους τινικέδις σ'τάρ' .Ιπίσης κάθι οικουγένεια που έρχουνταν η αράδα τς γιά κάθι σφαχτό θα τρουβάδιαζει κι θα φίλιβει μιά μέρα τουν Κουλούσιου. Δηλαδή θα πιρνούσι του προυΐ απ' του σπίτ' κι θα έπιρνι ένα τρουβά γιουμάτου φαγουλάτα, ψουμί, τυρί, ιλιές, παστό κριάς, τσιγαρίδις όταν ήταν ου κιρός τους κι ότ' ήθιλνι να βάλλ' μέσα στουν τρουβά ου κάθι νοικουκύρτς.
    Κι του βράδ' αφού σφαχτά κι άνθρουποι μαζώνουνταν στα σπίτια ου Κουλούσιους παρουσιάζουνταν στου σπίτ' που τουν είχι τρουβαδιασ' τ' χαραή γιά του βραδυνό φίλεμα όπους ήταν ου όρους του συμβουλαίου. Κάθι οικουγένεια που  φίλιβι του βράδ' τουν Τζιουμπάνου τηρούσι να έχ'ει του καλύτιρου φαΐ. Κι ιπειδή τα χρόνια ικείνα καλό φαΐ σήμινι φασουλάδα, ου Κουλούσιους κάθι βράδ' έτρουγι φασούλια κι είχι φαρδύν τ' αντιρό τ'.
    Ένα βράδ' λέϊτι ότι πήγι σ'ένα σπίτ' για του συμβατικό φίλεμα όπου έφαϊ του πρώτου πιάτου κι ιπειδή ήταν γνουστό ότι δεν χόρτασι η γκουκυρά χουρίς καν να τουν ρουτήσ' τουν ξαναγιόμσι του πιάτου μι φασούλια. Αυτός όμους δεν άργησι να σκουλάσ' κι του δεύτιρου πιάτου·τότι η Γκουκυρά που τηρούσι μιά τουν άντρα τς κι μιά τουν Κουλούσιου, ρώτσι δειλά-δειλά:
   -Θέλτς κι άλλου Κουλούσιου;
   Κι κείνους φυσικά δέχκει κι η Γκουκυρά ξαναγιόμσει γιά τρίτ' φουρά του πιάτου μι φασούλια κι μόλις πήγι κι έκατσι στου τραπέζ' δίπλα στουν  άντρας τς κι κείνους  έσκυψι κι τν είπι κρυφά στ' αφτί γιά να μην ακούσ' ου Κουλούσιους.
   -Δώστουν μα μιά κανάτα νιρό να πιεί να σκάσ', δε γλέπς μας έφαϊ ούλα τα φασούλια!!
   Ου Κουλούσιους όμως άκσει κι δεν έκρινι ντίπ. Κι όταν μιτά σκόλασι κι του τρίτου πιάτου η Γκουκυρά πρόσχαρ'-πρόσχαρ'
 τουν έκαμι τν πρότασ'.
   -Κουλούσιου! Θέλτς νιρό;
   Κι ικείνους κρυφουγιλώντας ν' είπι:
   -Φέρι μα Στιργιανή κι μιά κανάτα νιρό να πιώ!!
   Σκώθκει ικείν' απ' του τραπέζ' κι τουν γιόμσει απ' τ' στάμνα που ήταν στη γουνία μιά κανάτα νιρό .Ου Κουλούσιους πήρι τν κανάτα τ΄σιούκουσι ψ'λά κι ήπιει του νιρό μι μιάς, ρέφτκει κι κάνα δυό φουρές κι αφού έκ αμι κάνα δυό φουρές ά ά.ά ά α ά ά ά !!!!Ά ά ά ά ά ά ά!!! Είπι;
   -Α!! Μά Στιργιανή! Δεν μι ξαναγιουμίζς του πιάτου; Θαρώ ότι του νιρό μι ξέπλυνι τ' άντιρου!!Αφήνουντας τ' αντρόϊνου ουδιέτς. Αυτός ήταν ου Κουλούσιους.
                                                                                               Ο Ζαλοβίτης.

1 σχόλιο:

  1. χαχα.....στο σπηλιο θυμαμαι ηταν ο Χαραλαμπης ο βετος ωρα του καλη οπου ειναι

    ΑπάντησηΔιαγραφή