Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Ου τίμιους βουλιφτής.

      Σ' ένα χουριό είχαν έναν παππά  πουλλά χρόνια μέχρι που ήρθι ου κιρός να πάρ' σύνταξ κι είπαν οι χουριανοί να τουν φκιάσν ένα τραπέζ γιά να τουν ιφχαριστήσν κι να τουν απουχιριτήσν. Έτσ κι γίνκει, ου πρόϊδρους κάλισει τουν δάσκαλου τουν τραγάτ κι όλ τς χουργιανοί κι κάλισει κι έναν βουλιφτή που ήταν απ' του ίδιου του χουριό κι τράνιψει ικεί να ιρθεί κι αυτός γιά να πεί κάνα καλό λόγου γιά τουν Παππά!
     Έφτασει η μέρα που θα έφκιαναν τ' γιουρτή. Απου νουρίς μαζώχκει ου κόζμους άπλουσαν καρέκλις έστρουσαν τα τραπέζια μι μισάλια κι έβαλαν τα φαγουπότια ουπαντά κι ήταν όλα χαζίρκα. Μόγκι ου βουλιφτής αργούσει. Καρτέρσαν  καρτέρσαν τουν Βουλιφτή αλλά αυτός πθινά. Είδαν κι παραείδαν, άρχισει ου κόζμους να γκρινιάζ κι αναγκάσκει ου πρόϊδρους  να σιουκθεί κι να πεί.
     -Ακσέτι χουριανοί κι σείς όλ' οι καλιζμέν! Σήμιρα τιμούμι τουν πππά μας, αυτόν τουν άγιου άνθρουπου που τόσα χρόνια μέσα στου χουριό όλ' τς βουηθούσι κι σι όλνους μας είχει έναν καλό λόγου να πεί κι να μας ουρνέψ. Μακάρ να τουν μοιάσν κι άλλ' παππάδις κι να μη παίζ του μάτι τς στου πουνηρό κι στς παράδις. Άξιους....άξιους.....άγιους άνθρουπους.....μπράβου ...μπράβου Παππά μ να ζήσς χίλια χρόνια κι να έχ'εις καλά γιράματα.
     Χειρουκρουτούσαν όλ' τουν πρόϊδρου κι φώναζαν:  Ζήτου.....ζήτου ου Παππάς! Κι ου παππάς γιά να τς ιφχαριστήσ', σκώθκει απάν πήρι του μικρόφουνου κι είπι κι αυτός τα θκάτ:
    - Χουργιανοί! Ιδώ κι σαράντα χρόνια ήμαν παππάς στου χουριό σας, όσου μπόρισα βουήθσα τουν καθένα σας κι τώρα ήρθει η ώρα να σκουλάσου. Άπ' τν πρώτ' μέρα που ήρθα ιδώ ικείνου που μ' έκανει τρανή ιντύπουσ' ήταν η πρώτ' ιξουμουλόγησ' απ' έναν απ' ισάς που ήρθει σαν βριγμέν' γάτα κι μ' ε'ιπι τς αμαρτίις τ. Μ' είπι ότι έχ'ει κατακλέψ του Δημόσιου, έφαϊ μάλλ' παράδις απ' τουν συνιτιριζμό, είπι ότι έχ'ει πάρει δώσει μι την γναίκα τ' αφιντικού τ, έκαμει παράνουμου ιμπόριου, πάεινι μι άλλις γναίκις μέχρι που ακόλτσει απ' αυτές ψείρις κι ψείριασι κι τ' γναίκα τ!  Μπαμπάτσκεις αμμαρτίις! Προυσιφχήθκα γιά ταυτόν, είπα στουν Θιό να τουν σχουρέσ' κι αυτός μιτά έφυγι απ' του χουργιό κι γίνγκει Μέγας κι τρανός.  Αλλά ισείς μέσα στου χουριό είστι όλ καλοί άνθρουπ' κι δεν τουν ομοιασέτι. Μπράβου.....μπράβου έτσ' να συνιχίστει!
     Μόλις σκόλασει ου Παππάς του λόγου τ' φάνγκει κι ου βουλιφτής καθυστηριμένους κι όλ' τουν χειρουκρότσαν μόλις τουν είδαν. Αυτός πήγει δίπλα στουν Παππά κι  είπι να τουν σχουρέσν που άργησι να ρθεί κι χάλιψει να πεί δυό λόϊα.
    -Χουργιανοί...: Αυτός ιδώϊα ου Παππάς, ου άγιους άνθρουπους μι του που πάτσει του πουδάρ τ' στου χουργιό μας ιγώ ήμαν ου πρώτους απ' ολνού σας που πήγα κι ιξουμουλουγήθκα τς αμαρτίις μ'. Αυτός προυσιφχήθκει γιά τη μένα στουν Θιό κι οι αμαρτίις μ' σχουρέθκαν! Τουν χρουστώ πουλλά.
     Μόλις άκσαν  τι τς είπι ου Βουλιφτής όλ' οι χουριανοί φαρμακώθκαν, τηριούνταν αναμιταξύ τς  κι δεν χειρουκρότσει καγγκάνας όπους καρτιρούσει να γέν αυτός. Αυτόν τουν έκαμι ιντύπουσ' αυτό κι είπι:
     -Τι επαθέτι ρα χουριανοί κι ζαρουσέτι όλ'οι; Είπα τίπουτα στραβό; Γιατί δε χειρουκρουτάτει;
     Κι τότι σ'κώθκει ου Πρόϊδρους κι είπι:
     -Τήρα να ιδείς κυρ Βουλιφτά μ'!  Άμα αργάς κι δεν έρχισει σν ώρα σ', τουν κόζμου τουν πιάν βουβαμάρα στου χουργιό!
                                                                                                                 Ο Ζαλοβίτης!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου